ΚΕΝΤΡΟ ΟΛΙΣΤΙΚΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ | Αποδείξεις αποτελεσματικότητας στην Ομοιοπαθητική
16550
post-template-default,single,single-post,postid-16550,single-format-standard,mega-menu-top-navigation,ajax_fade,page_not_loaded,,qode-theme-ver-10.1.2,wpb-js-composer js-comp-ver-5.1,vc_responsive

Αποδείξεις αποτελεσματικότητας στην Ομοιοπαθητική

Αποδείξεις αποτελεσματικότητας στην Ομοιοπαθητική

Dr M. Van Wassenhoven (Δημοσιευμένο στο The Homoeopathic Heritage International, ISSN: 9070-6038)

 

Ιατρική βασισμένη σε αποδείξεις και Ομοιοπαθητική

 

Όλοι συμφωνούν ότι η Ομοιοπαθητική είναι «ιατρική» και ότι έτσι πρέπει να γίνει αποδεκτή. Η σύγχρονη ιατρική χρησιμοποιεί «κριτήρια» που ονομάζονται «απόδειξη».

 

Τι είναι «απόδειξη» στην Ιατρική;

 

Η απόδειξη ταξινομείται σε 4 επίπεδα.

Το 4ο επίπεδο αφορά τις συστάσεις των ειδικών. Αυτό το επίπεδο υπήρχε ανέκαθεν στην Ομοιοπαθητική. Διαθέτουμε «δασκάλους-ειδικούς» σα τον Χάνεμαν ή άλλους καθηγητές αλλά κάθε διδάσκαλος της Ομοιοπαθητικής είναι ειδικός, ακόμα και κάθε ομοιοπαθητικός που δημοσιεύει κλινικές περιπτώσεις μπορεί να αγγίξει αυτό το επίπεδο εξειδίκευσης που είναι συχνότατο στην Ιατρική. Όταν οι «ειδικοί» συνιστούν ανώτατη τιμή ολικής χοληστερόλης το 190mg% για το σύνολο του πληθυσμού, αυτό αποτελεί απόδειξη 4ου επιπέδου.

Για απόδειξη 1ου επιπέδου, απαιτείται ο σχεδιασμός ελεγχόμενου πειράματος. Για την Ομοιοπαθητική, αυτό υπήρχε ανέκαθεν με τον ελεγχόμενο σχεδιασμό της πειραματικής διερεύνησης της δράσης μιας φαρμακευτικής ουσίας σε εθελοντές (proving). Όταν πραγματοποιηθεί η ανακοίνωση ενός τέτοιου πειράματος (proving) αυτό συνιστά απόδειξη 1ου επιπέδου. (Αυτό έχει ήδη κατακτηθεί για πειράματα (proving) που είναι ήδη δημοσιευμένα στην αγγλική βιβλιογραφία).

Ο ακρογωνιαίος λίθος της Ομοιοπαθητικής Ιατρικής είναι η κλινική επαλήθευση των συμπτωμάτων που συγκεντρώνονται στη διαδικασία του proving. Κλινική επαλήθευση είναι η μελέτη της σχέσης μεταξύ των παθογενετικών συμπτωμάτων (που παράγονται από την πειραματική δράση του δοκιμαζόμενου φαρμάκου) και της θεραπείας ασθενών που εμφανίζουν αυτά τα συμπτώματα. Το καλύτερο που μπορούμε να έχουμε με αυτού του είδους την εργασία είναι απόδειξη 3ου επιπέδου.

Πρόκειται για το ίδιο επίπεδο που χρησιμοποιείται στη χειρουργική, σε διαγνωστικές διαδικασίες ή στην ψυχανάλυση -όπου ασφαλώς εξαιρούνται οι διπλές-τυφλές μελέτες.

Το 63 LMHI συνέδριο είναι αφιερωμένο σ΄ αυτή τη βασισμένη σε Αποδείξεις Ομοιοπαθητική, εννοώντας τα provings και τις κλινικές μελέτες.

Μια μεμονωμένη κλινική περίπτωση είναι απόδειξη 4ου επιπέδου εφόσον γίνει δυνατόν να καταταχθεί η σχέση μεταξύ των παθογενετικών συμπτωμάτων και της θεραπείας των ασθενών. Ακόμη καλύτερα (επίπεδο 3) αν παρουσιαστεί μια συστηματική ανασκόπηση πολλών κλινικών περιπτώσεων με τον ίδιο τρόπο. Το άριστο είναι να χρησιμοποιηθούν για τον σκοπό αυτό τα υπάρχοντα στατιστικά εργαλεία.

 

Κλασικές αποδείξεις και Ομοιοπαθητική

 

Κλινική απόδειξη

Ένα πειραματικό πρόγραμμα είναι σχετικό αποκλειστικά και μόνο στην περίπτωση που παίρνει υπόψη του το παρατηρούμενο φαινόμενο στην ειδική του δομή και εφόσον το διαχειριζόμενο θέμα μπορεί να απομονωθεί από όλες τις εξωτερικές επιδράσεις. Στην ανθρώπινη ιατρική, το ψυχολογικό στοιχείο είναι υπεύθυνο για μη ειδικές επιδράσεις. Οι επιδράσεις των φαρμακευτικών ουσιών είναι ειδικές. Για κάθε ερευνητικό μοντέλο στην Ομοιοπαθητική, τα «ιδιοσυγκρασιακά» συμπτώματα (ειδικά για κάθε διαφορετικό ασθενή) χρειάζεται να υπολογιστούν εξαιρώντας τα «παθογνωμονικά» συμπτώματα (ειδικά για τη νόσο).

Οι κτηνιατρικές ομοιοπαθητικές μελέτες είναι αρμόζουσες στην Ομοιοπαθητική καθώς είναι ευκολότερο να απομονωθούν οι θεραπευτικές επιδράσεις: το φαινόμενο placebo είναι σχεδόν ασήμαντο και τα ηθικά προβλήματα είναι πολύ λιγότερα. Αυτές οι μελέτες περιλαμβάνουν ένα πολύ ομοιογενές δείγμα μεγάλου αριθμού ζώων. Μολαταύτα, κι εδώ, μια μελέτη θεωρείται καλά σχεδιασμένη μόνο όταν συνυπολογίζονται οι ιδιαιτερότητες της Ομοιοπαθητικής έρευνας, όπως ο νόμος των ομοίων (ιδιοσυγκρασιακά συμπτώματα).

Οι κτηνιατρικές μελέτες είναι πολύ σημαντικές για τις ρυθμίσεις στα βιολογικά αγροκτήματα. Στην Ευρώπη, η Ομοιοπαθητική θεραπεία σ’ αυτά τα αγροκτήματα είναι νόμιμη. Η χρήση της αποσκοπεί στην αποφυγή χημικών καταλοίπων στην τροφική αλυσίδα. Σε πρόσφατες μελέτες, δοκιμάστηκε η χρήση σύνθετων ομοιοπαθητικών φαρμάκων σε διπλές-τυφλές μελέτες με πολύ ευνοϊκά αποτελέσματα συγκρινόμενα με αυτά της ομάδας του placebo, με ομοιογένεια του δείγματος, σημαντικό αριθμό ζώων, και ένα εύκολο στη εφαρμογή του πρωτόκολλο.

Σχετικά με κλινικές μελέτες σε ανθρώπους, ακόμη και αν κανείς υπολογίσει μόνο τις πρόσφατες δημοσιεύσεις που χρησιμοποιούν τα έγκυρα ερωτηματολόγια «ποιότητας ζωής» (μεταξύ 2000-2006), 19.292 ασθενείς ανέφεραν σημαντική κλινική βελτίωση (σχεδόν 70% των ασθενών, ακόμη περισσότερο στα παιδιά). Η Ομοιοπαθητική ελαττώνει το οικονομικό κόστος από την απώλεια εργατοωρών λόγω ασθένειας, περισσότερο από τη συμβατική ιατρική. Για ειδικές καταστάσεις, όπως άσθμα (89% βελτίωση, ακόμα υψηλότερο μετά από παρακολούθηση 2 ετών), για ανακούφιση καρκινοπαθών (ποιότητα ζωής, βελτίωση της κόπωσης και του άγχους αλλά χωρίς αποτέλεσμα στον πόνο), για τα υπερκινητικά παιδιά (μετά 3 μήνες, 75% βελτίωση συγκριτικά με 65% με συμβατική θεραπεία), για φλεγμονές του ουροποιητικού (67,3% βελτίωση με την Ομοιοπαθητική, 56% με τη συμβατική θεραπεία – ανάρρωση ύστερα από 14 ημέρες: 82,6% με Ομοιοπαθητική έναντι 68% με συμβατική θεραπεία, ανεπιθύμητες ενέργειες: 7,8% με την Ομοιοπαθητική έναντι 22% με συμβατική θεραπεία). Η Ομοιοπαθητική είναι τουλάχιστον το ίδιο αποτελεσματική με τις  συμβατικές θεραπείες, με χαμηλότερο κόστος και μεγαλύτερη ασφάλεια.

Εξονυχιστική έρευνα της πρωτότυπης ερευνητικής βιβλιογραφίας αποκαλύπτει πράγματι, μια ιεράρχηση αποδείξεων που υποστηρίζει την αποτελεσματικότητα της Ομοιοπαθητικής θεραπείας σε ένα ευρύ φάσμα ειδικών ιατρικών καταστάσεων. Ο παρακάτω κατάλογος δείχνει τις καταστάσεις στις οποίες υπάρχει στατιστικά ευνοϊκή για την Ομοιοπαθητική απόδειξη σε δημοσιευμένες ερευνητικές εργασίες, όπου γίνεται σύγκριση με placebo η άλλη φαρμακευτική ουσία.

 

 

Πίνακας 1

Καταστάσεις

ασθενείς με κλινική βελτίωση %

Άσθμα (κάτω των 16 ετών)

83

Σύνδρομο Χρόνιας Κόπωσης

71

Ν. Crohn / Ελκώδη κολίτιδα

75

Έκζεμα (κάτω των 16 ετών)

77

Κεφαλαλγία / Ημικρανία

79

Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου

69

Εμμηνόπαυση

81

Ρευματοειδής Αρθρίτιδα

65

Πίνακας 2

Μετα-αναλύσεις με θετική κατάληξη

Αλλεργική Ρινίτιδα
Μετεγχειρητικός ειλεός
Ρευματοειδής αρθρίτιδα

Τουλάχιστον 2 RCTs που δείχνουν θετική απόδειξη

Άσθμα
Παιδική διάρροια
Ινομυαλγία
Γρίπη
Μυαλγία
Μέση ωτίτιδα
Πόνος (διάφορα είδη)
Ακτινοθεραπεία (ανεπιθύμ. ενέργειες)
Διαστρέμματα
Λοιμώξεις ουροποιητικού

Μεμονωμένες RCTs που δείχνουν θετική απόδειξη

Αγχώδης διαταραχή
ADHD
Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου
Ημικρανία
Οστεοαρθρίτιδα
Προεμμηνορρυσιακό σύνδρομο

Ερευνήθηκαν 4 βάσεις δεδομένων: Medline, Cochrane Library, Hom-inform, και CISCOM (η βάση δεδομένων του Συμβουλίου Έρευνας για τη Συμπληρωματική Ιατρική). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι μολονότι το κέντρο βάρους αυτής της ανάλυσης βασίζεται σε συμβατική ιατρική διάγνωση, η Ομοιοπαθητική στοχεύει στη θεραπεία της ολότητας του ασθενή παρά κάποιας μεμονωμένης (ειδικής) ιατρικής κατάστασης. Επιπλέον, σ΄ αυτή την ανασκόπηση, εστιάζουμε αποκλειστικά σ΄ εκείνες τις διαταραχές για τις οποίες υπάρχει τουλάχιστον μία ερευνητική αναφορά που να δείχνει ένα θετικό αποτέλεσμα για την Ομοιοπαθητική. Αυτή η προσέγγιση δεν αποσκοπεί στο να συγκαλύψει την ύπαρξη μελετών χωρίς πειστική απόδειξη (inconclusive) (δηλ. αυτές τις μελέτες που δεν αναφέρουν διαφορά ανάμεσα στην Ομοιοπαθητική και σε οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ή το placebo) ή άλλων αρνητικών μελετών (negative) (όπου η Ομοιοπαθητική βρέθηκε να είναι λιγότερο αποτελεσματική από το placebo). Ο σκοπός εδώ είναι να δοθεί έμφαση σ’ αυτές τις ιατρικές καταστάσεις για τις οποίες η Ομοιοπαθητική αντικειμενικά αποδείχθηκε αποτελεσματική θεραπεία.

Υπάρχουν κλινικές ενδείξεις: η Ομοιοπαθητική είναι αποτελεσματική σε μη-ελεγχόμενες κλινικές πρακτικές ή σχετικά με ομάδες σύγκρισης. Υπάρχουν αρκετές ενδείξεις που επιβεβαιώνουν ότι το placebo είναι ανεπαρκές επιχείρημα στην εξήγηση της αποτελεσματικότητας της Ομοιοπαθητικής. Η Ομοιοπαθητική έχει αποτελέσματα παρόμοια ή καλύτερα από τη συμβατική ιατρική. Επιπλέον, στις μελέτες που πραγματοποιήθηκαν, δείχνει να είναι πιο συμφέρουσα οικονομικά ιδίως στις μακροχρόνιες θεραπείες. Από τα παραπάνω προκύπτει ένα πλήθος ερωτημάτων που όμως ποτέ δεν έχουν τεθεί. Είναι πιθανό, η άμεση χρήση της Ομοιοπαθητικής στα παιδιά να αποτρέψει βαριές χειρουργικές καταστάσεις ακόμη περισσότερο δε, η μακρόχρονη χρησιμοποίησή της (σε χρόνιους ασθενείς) να αποτρέψει χρόνιες επιπλοκές.

 

Βασική Έρευνα

Πολλοί ιατροί νιώθουν άβολα με την Ομοιοπαθητική γιατί δεν κατανοούν τη διαδικασία δράσης αυτών των φαρμάκων. Γι΄ αυτόν τον λόγο, από την αρχή ακόμα, προσπαθούμε να κατανοήσουμε αυτού του είδους την αποτελεσματικότητα. Περισσότερες από 800 ερευνητικές εργασίες έχουν δημοσιευθεί γι΄ αυτό το θέμα.

Σε κυτταρικές καλλιέργειες: Το μοντέλο της κυτταροπροστασίας έναντι της τοξικής δράσης βαρέων μετάλλων με τη χρήση ομοιοπαθητικού παρασκευάσματος από το ίδιο βαρύ μέταλλο είναι το πλαίσιο αναφοράς του ισοπαθητικού μοντέλου. Τέτοια αποτελέσματα έχουν επανειλημμένα επιβεβαιωθεί. Σε φυτά:  Το προστατευτικό αποτέλεσμα χρησιμοποιώντας ομοιοπαθητικά παρασκευάσματα ARSENICUM και / ή ARGENΤUM NITRICUM για αντίστοιχες τοξικές δράσεις μελετάται από πολλές ομάδες παγκόσμια. Οι πάμπολλες επαναλήψεις αυτών των μελετών, όλες με στατιστικά σημαντικά αποτελέσματα, δείχνουν τη σημασία του ερευνητικού ερωτήματος. Σε ζώα: Μοντέλα που χρησιμοποιούν ενδογενή μόρια (ρύθμιση ή επαγωγή της ανοσιακής απάντησης) είναι τα πιο αξιόλογα. Ομοιοπαθητική αραίωση αυτών των μορίων, πέρα από τον αριθμό Avogadro, εμφανίζει ένα πολύ παρόμοιο αποτέλεσμα συγκρινόμενη με τη φυσιολογική μοριακή δράση της ίδιας ουσίας.

Τα δεδομένα της Φυσικής Επιστήμης είναι επίσης ενδιαφέροντα απ΄ αυτή την άποψη. Με τη βοήθεια Μαγνητικού Πυρηνικού Συντονισμού (M.N.R.) και της Thermoluminescence, είναι δυνατό να προσδιοριστεί το ειδικό σήμα της αρχικής ουσίας σε ομοιοπαθητικό παρασκεύασμα με το νερό ως διαλύτη, σε αραίωση πολύ πάνω από τον αριθμό του Avogadro. (Πρόκειται για καλά σχεδιασμένα πειράματα, σε ελεγχόμενες συνθήκες, με αρκετά φυτά, ζώα ή κύτταρα και μια αξιόπιστη στατιστική ανάλυση). Τα αποτελέσματα είναι αναμφισβήτητα, στατιστικά σημαντικά και αναπαραγόμενα έστω και αν δεν μπορούν να εξηγηθούν από το κυρίαρχο μοριακό μοντέλο (paradigm).

Η έρευνα στις υψηλές αραιώσεις χρονολογείται από το1950, αλλά η ποιότητα και ο αριθμός των δημοσιεύσεων παρουσίασαν αύξηση την τελευταία δεκαετία. Κριτικές μελέτες και μετα-αναλύσεις συχνά αγνοήθηκαν ή αντιμετώπισαν αρνητική στάση (βλ. COST  Β4 Supplement report EUR 19110 ISBN 92-828-7434-6). Αυτή η ερευνητική προσπάθεια αποθαρρύνθηκε από τις ακαδημαϊκές αυθεντίες, γιατί δεν «ανταποκρινόταν» στη γενικώς αποδεκτή γνώση (το «κυρίαρχο» επιστημονικό μοντέλο). Κι όμως: «όταν ένα παρατηρούμενο γεγονός δεν ανταποκρίνεται στην επίσημη θεωρία, θα πρέπει να γίνει αποδεκτό ως γεγονός και να απορριφθεί η θεωρία». «Η θεωρία πρέπει να αλλάζει και να προσαρμόζεται στη φύση και όχι η φύση να προσαρμόζεται στη θεωρία» (Claude Bernard, Introduction a la Medιcine Experimentale).

Συνεπώς είναι απαραίτητο ένα καινούργιο μοντέλο για τις ιατρικές επιστήμες (είναι διαθέσιμο εδώ και 17 χρόνια), προκειμένου να εξηγηθούν αυτά τα γεγονότα και να επιτρέψουν πιο ακριβή ερευνητικό σχεδιασμό στο μέλλον.

Μια ερευνητική ομάδα 7 μελών του GIRI εφάρμοσε αυτό το νέο μοντέλο στην ανάλυση των πειραματικών αποτελεσμάτων. Η Ομοιοπαθητική και τα αντίστοιχα ερευνητικά πρωτόκολλα βασίζονται στην παρατήρηση των «συμπτωμάτων». Παράλληλα, υπάρχουν συμπτωματικές παθολογικές καταστάσεις

δημιουργούνται «ορολογικές ουλές» ως απόδειξη αυτοθεραπείας χωρίς να εμφανίζονται συμπτώματα νόσου (Charles Nicolle, Nobel prise 1929, Life and Death of illness). Τα συμπτώματα και οι βιολογικές μετατροπές δεν είναι το ίδιο και επηρεάζουν διαφορετικά επίπεδα του σώματος. Τα συμπτώματα μπορεί να θεωρηθούν ως σωματική έκφραση χωρίς να διαπιστώνεται άμεση εξήγηση για την κατάσταση (λοίμωξη, καταπόνηση, ισχυρά συναισθήματα)

Για παράδειγμα η ερυθρά σ΄ ένα φυσιολογικό άτομο δεν προκαλεί ορατή νόσο. Η ερυθρά σε άτομο με ανοσιακή ευαισθησία προκαλεί συμπτώματα και ορατή νόσο.

Στη συμβατική έρευνα, τα συμπτώματα είναι παθογνωμονικά, ειδικά για τη νόσο, χρησιμεύουν για να τεθεί διάγνωση της παθολογικής κατάστασης. Όταν γίνει αυτό, επιλέγεται η θεραπεία. Αυτή η αυστηρή μηχανιστική προσέγγιση είναι αδύνατη με την Ομοιοπαθητική και αυτός είναι ο λόγος που η Ομοιοπαθητική έρευνα εξελίσσεται αργά.

Στην Ομοιοπαθητική έρευνα, τα  παρατηρούμενα συμπτώματα είναι ιδιοσυστασιακά, χαρακτηριστικά για τον κάθε ασθενή. Αποτελούν την προσωπική έκφραση της νόσου. Αυτά τα συμπτώματα επιτρέπουν την επιλογή ενός ειδικού για τον ασθενή φάρμακου. Ο έμβιος οργανισμός βρίσκεται σε μια διαρκή διαδικασία μάθησης. Επικοινωνεί με το περιβάλλον σε διάφορα επίπεδα. Είναι ικανός στο να προσλαμβάνει και να αντιδρά σε εννοιολογικές και σωματικές πληροφορίες. Δεν είναι ένα αδρανές αντικείμενο. Για να κινητοποιηθεί αυτό το είδος έρευνας, χρειάζεται να στραφεί το ενδιαφέρον σ΄αυτή τη νέα θεωρία που εξηγεί τα παρατηρούμενα αυτά γεγονότα.

 

Το Μοντέλο (paradigm) της «Σωματικής Πληροφορίας»

 

(Bastide M. et Lagache Α, Revue Intern. Systemique 1995, 9 :237-249 and Altern. Ther. Health. Med. 1997; 3:35-39)

Τρεις αρχές προσδιορίζουν την Ομοιοπαθητική, βασισμένες στην κλινική και πειραματική ανάλυση: η αρχή των «ομοίων», η αρχή της εξατομικευμένης περίπτωσης στην ολότητά της και η αρχή των πολύ υψηλών αραιώσεων. Τα αποτελέσματα των υψηλών αραιώσεων μπορεί να μην εξηγούνται από την απλή διαντίδραση μορίου-υποδοχέα (μηχανιστικό μοντέλο), τη «βασική θεωρία» της σύγχρονης ιατρικής επιστήμης. Οι καθηγητές Bastide και Lagache παρουσιάζουν μια επιστημολογική προσέγγιση της Ομοιοπαθητικής βασισμένη στη διαδικασία της σωματικής πληροφορίας, όπως αυτή προσλαμβάνεται και μετασχηματίζεται από τον έμβιο οργανισμό, αυτή αντιστοιχεί στους νόμους ανταλλαγής πληροφοριών. Η ανταλλαγή αντικειμένων μεταξύ δότη και δέκτη είναι απλή: ο ένας χάνει, ο άλλος κερδίζει και το σύνολο παραμένει σταθερό. Επιπλέον, η πληροφορία δεν είναι ένα αντικείμενο, αλλά το «αποτύπωμα» του αντικειμένου. Για να μεταδοθεί ένα μήνυμα είναι απαραίτητη η διαμεσολάβηση ανάμεσα στο αντικείμενο και στον αποδέκτη. Για παράδειγμα, η ιστορία του Ροβινσώνα Κρούσο. Ο Κρούσο παρατηρεί το αποτύπωμα του ποδιού του Παρασκευά στην άμμο αλλά όχι το ίδιο το πόδι. Αυτό το αποτύπωμα του δείχνει ότι «υπάρχει άλλος άνθρωπος στο νησί». Το πόδι του Παρασκευά είναι η πηγή της πληροφορίας (matrix), το αποτύπωμα είναι η πληροφορία αλλά δεν είναι ένα αντικείμενο. Η άμμος είναι το μέσο υποστήριξης της πληροφορίας (mediatior). Όταν η υποστήριξη εξαφανίζεται, το ίδιο συμβαίνει με την πληροφορία. Ο αποδέκτης κατανοεί μόνο την πληροφορία και η κατανόηση αυτή εξαρτάται μόνο από το πλαίσιο (ο Ροβινσώνας Κρούσο ήταν μόνος στο νησί). Έτσι οι καθηγητές Bastide και Lagache προτείνουν ένα μοντέλο όπου, στην Ομοιοπαθητική, η πηγή της πληροφορίας είναι η αρχική ύλη του φαρμάκου (stock) οι δυναμοποιημένες αραιώσεις στον διαλύτη είναι το μέσον. Οι υψηλές αραιώσεις στις οποίες δεν παραμένει κανένα μόριο περιέχουν μόνο αποθηκευμένη πληροφορία. Αυτή η «διαμεσοποίηση» είναι το αποτέλεσμα των κρούσεων του διαλύτη, μια κατάσταση που πιθανόν περιλαμβάνει κάποια ηλεκτρομαγνητική διαδικασία. Ο δέκτης (το σύνολο του έμβιου οργανισμού) προσλαμβάνει και αφομοιώνει την πληροφορία του φαρμάκου σε συμφωνία με την κατάστασή του. Αν ο οργανισμός είναι υγιής, έχουμε την κατάσταση του «proving», αν ασθενεί, έχουμε τη «θεραπεία». Αυτές οι θεμελιώδεις αρχές του μοντέλου έχουν ελεγχθεί από συνεχή πειραματικά δεδομένα.

Αυτό το νέο μοντέλο είναι απαραίτητο για να εξηγήσει τις εμπειρικές παρατηρήσεις και να κάνει κατανοητή την αποτυχία ακατάλληλων ερευνητικών πρωτοκόλλων.

Αυτή η θεωρία δεν εφαρμόζεται μόνο στην Ομοιοπαθητική, είναι εξίσου εφαρμόσιμη στην εξήγηση ορισμένων ορμονικών επιδράσεων καθώς και επιδράσεων ουσιών που μεσολαβούν στην ανοσορρύθμιση. Έχουμε δράση με τόσο μικρή ποσότητα μορίων που η μοριακή θεωρία (μορίου-υποδοχέα) δεν είναι εφαρμόσιμη. Υπάρχει αύξηση της δράσης σε άλλους απομακρυσμένους υποδοχείς με μετάδοση σημαίνουσας πληροφορίας.  Σχηματικό παράδειγμα αποτελεί η ινσουλίνη. Η μοριακή ποσότητα ινσουλίνης που παράγεται από τα νησίδια του Langerhans στο πάγκρεας μετά από ένα γεύμα πλούσιο σε γλυκόζη είναι τελείως ανεπαρκής για να εξηγηθεί ο αριθμός των κυτταρικών υποδοχέων που ενεργοποιούνται από αυτήν την ινσουλίνη. Ένα απλό πείραμα το επιβεβαιώνει: τοποθετώντας στο μέσο μιας κυτταροκαλλιέργειας ένα φίλτρο που εμποδίζει τη μετακίνηση ινσουλίνης (αλλά όχι και το διακυτταρικό θρεπτικό υλικό), και στη συνέχεια αφήνοντας μια μικρή ποσότητα ινσουλίνης στη μια μόνο πλευρά του φίλτρου παρατηρούμε ότι τα κύτταρα συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο και από τις δύο πλευρές.

Από τη μια πλευρά, αυτή η συμπεριφορά μπορεί να εξηγηθεί με το μηχανιστικό αποτέλεσμα της σύνδεσης της ινσουλίνης στους αντίστοιχους κυτταρικούς υποδοχείς αλλά από την άλλη πλευρά, χωρίς ινσουλίνη να συνδέεται στους κυτταροϋποδοχείς έχουμε την ίδια συμπεριφορά! Αυτή η παρατήρηση εξηγεί την επαύξηση των ορμονικών επιδράσεων σε απομακρυσμένα σημεία. Έτσι, έχουμε την πληροφορία, ένα μέσο και έναν υποδοχέα ικανό να αντιλαμβάνεται αυτή την πληροφορία. Τα παραπάνω αφορούν το μοντέλο της πληροφορίας σ΄ ένα επίπεδο ειδικών κύτταρων παρόμοιο με το επίπεδο πληροφορίας που θα γίνει «κατανοητό» από το σύνολο των διαδικασιών αυτοθεραπείας του οργανισμού.

 

Συμπέρασμα

 

Οι κτηνιατρικές μελέτες δείχνουν την κλινική αποτελεσματικότητα της Ομοιοπαθητικής. Οι έρευνες σε ανθρώπους δείχνουν μια σημαντική κλινική βελτίωση σε 70% των ασθενών (ακόμη περισσότερο στα παιδιά): τα ομοιοπαθητικά αποτελέσματα είναι αδύνατο να οφείλονται μόνο στο φαινόμενο placebo και σε ορισμένες περιπτώσεις, η αποτελεσματικότητα στην Ομοιοπαθητική παρουσιάζει πολύ υψηλό δείκτη στατιστικής σημαντικότητας.

Από τη βασική έρευνα συμπεραίνουμε ότι οι πολύ υψηλές αραιώσεις, διαθέτουν βιολογική δραστικότητα με την έννοια ότι στα ομοιοπαθητικά φάρμακα διαπιστώνεται το «αποτύπωμα» της πρωταρχικής ουσίας.

Για να προωθηθεί η ερευνητική διαδικασία στην Ομοιοπαθητική χρειάζεται να υπάρξει αποδοχή ενός νέου μοντέλου για τις ιατρικές επιστήμες που να εξηγεί το παρατηρούμενο αυτό φαινόμενο.

 

Στο επόμενο τεύχος θα δημοσιευθεί η συνέχεια του άρθρου:

Εσωτερικές Αποδείξεις (η νέα αρχή). Κλινική Επαλήθευση Ομοιοπαθητικών Συμπτωμάτων.

 

Μετάφραση-Επιστημονική Επιμέλεια: Πέτρος Κράχτης MD, Ιατρός Κλασικής Ομοιοπαθητικής-Ρευματολόγος

ΙΙ. Εσωτερικές Αποδείξεις (μια Νέα Αρχή)

Η Ομοιοπαθητική είναι ένα ιατρικό σύστημα που διεγείρει τις διαδικασίες αυτοίασης και έχει αποτελέσματα με την προϋπόθεση ότι γίνεται σεβαστός ο νόμος των ομοίων. Αυτό σημαίνει ότι θεραπεύονται συμπτώματα όμοια με αυτά που προκαλούνται σε υγιείς οργανισμούς. Σαν παράδειγμα, το κρεμμύδι προκαλεί υδαρείς εκκρίσεις από τα μάτια και τη μύτη. Το ομοιοπαθητικό φάρμακο Allium Cepa θεραπεύει ασθενείς με αλλεργική ρινίτιδα (που παρουσιάζουν παρόμοια οξεία υδαρή καταρροή από τα μάτια και μύτη). Προκειμένου να καταδειχθεί κάποια σημαντική αποτελεσματικότητα της Ομοιοπαθητικής, αυτός ο νόμος των ομοίων πρέπει να γίνεται σεβαστός τόσο στις κλινικές μελέτες όσο και στην βασική έρευνα. Όπως εξηγήθηκε προηγουμένως (Homeo News #9, σημείωση του μεταφραστή), ερευνητές πριν από 20 χρόνια, επεξεργάστηκαν ένα νέο επιστημονικό μοντέλο που επιτρέπει την εξήγηση της φαρμακευτικής δράσης του ομοιοπαθητικού φαρμάκου. Το μοντέλο της «σωματικής πληροφορίας» επιτρέπει την κατανόηση του γιατί και πώς οι ζωντανοί οργανισμοί αντιδρούν μόνο σ’ εκείνα τα φάρμακα που έχουν κάποιο «νόημα» γι’ αυτούς.

 

Απόδειξη ομοιοπαθητικού φαρμάκου (Proving)

 

Τα ομοιοπαθητικά φάρμακα προέρχονται από μια πειραματική διαδικασία που ξεκίνησε από τον ίδιο τον Χάνεμαν. Προσπαθούσε να κατανοήσει τη δράση των φαρμάκων που συνταγογραφούσε. Για τον λόγο αυτό, δοκίμασε πρώτα στον εαυτό του και ύστερα σε εθελοντές συνεργάτες του τα αποτελέσματα εκείνων των φαρμάκων που ερευνούσε. Αυτή η πειραματική διαδικασία, δεν σταμάτησε ποτέ εδώ και δύο αιώνες.

Η φαρμακευτική ουσία χορηγείται έως ότου ο εθελοντής παρουσιάσει ένα ή περισσότερα συμπτώματα τα οποία καταγράφονται προσεκτικά. Η ποιότητα των αξιολογούμενων συμπτωμάτων είναι μεγαλύτερης αξίας απ’ την ποσότητα τους ή από τον αριθμό των συμμετεχόντων εθελοντών στο πείραμα.

Στη σύγχρονη εποχή, αυτές οι πειραματικές διαδικασίες κωδικοποιούνται προσεκτικά  με τη χρήση ομάδας που λαμβάνει εικονικό φάρμακο. Όταν συγκεντρώνεται μια συνεκτική ομάδα συμπτωμάτων (εικόνα ενός φαρμάκου), αυτά δημοσιεύονται αφού πρώτα επιβεβαιωθούν από άλλο ή άλλα provings.

Με τον τρόπο αυτό, για κάθε σύμπτωμα που περιλαμβάνεται στην  Materia Medica (Ομοιοπαθητική Φαρμακολογία) εδραιώνεται ένα συγκεκριμένο επίπεδο αποδείξεων.

Όταν το επίπεδο αυτό είναι υψηλό, η πιθανότητα του να είναι το φάρμακο θεραπευτικό για το ίδιο σύμπτωμα σε κάποιον ασθενή είναι επίσης υψηλό. Αυτό σημαίνει ότι αν το φάρμακο έχει υψηλού βαθμού «νόημα» για τον ασθενή οργανισμό στον οποίο χορηγείται, η πιθανότητα της θεραπευτικής δράσης του αυξάνεται κατακόρυφα.

Η απόδειξη ενός ομοιοπαθητικού φαρμάκου (proving) μπορεί να συγκριθεί με την ποιοτική φάση Ι της πειραματικής διαδικασίας στη παρασκευή νέων φαρμάκων.

Με τέτοια μελέτη είναι απαραίτητη ώστε να δοθεί άδεια χρησιμοποίησης κάθε νέας φαρμακευτικής ουσίας . Στην ομοιοπαθητική πρακτική, καθημερινά χρησιμοποιούνται χιλιάδες διαφορετικά φάρμακα για κάθε ένα από τα οποία  έχουν καταγραφεί και ταξινομηθεί λεπτομερειακά εκατοντάδες συμπτώματα . Έχουμε τη δυνατότητα να παρουσιάσουμε μια ανασκόπηση της βιβλιογραφίας σχετικά με αυτήν την πειραματική διαδικασία . Ένας εντεταλμένος έλεγχος των provings που πραγματοποιήθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο μεταξύ 1945 και 1995 δημοσιεύτηκε  το 1998 και άλλοι παρόμοιοι έλεγχοι βρίσκονται σε εξέλιξη. Είναι απαραίτητο να πραγματοποιούνται διαρκώς καλύτερα και περισσότερα  provings και να δημοσιεύονται περισσότεροι εντεταλμένοι έλεγχοι γι’ αυτά.

 

Κλινική επαλήθευση (Verification) των ομοιοπαθητικών συμπτωμάτων

 

Όταν μετά από αρκετά provings είναι διαθέσιμη η «εικόνα» ενός ομοιοπαθητικού φαρμάκου (επιβεβαιωμένα συμπτώματα), αυτό που μένει είναι να επαληθευτεί η κλινική αξία των συμπτωμάτων αυτών. Αυτή η διαδικασία απαιτεί να γίνει

σύμπτωμα – σύμπτωμα  για το σύνολο της «εικόνας» των συμπτωμάτων, για κάθε ομοιοπαθητικό φάρμακο.

Παραδοσιακά, αυτή η κλινική επαλήθευση βασίζονταν στην κλινική εμπειρία αναγνωρισμένων αυθεντιών στην Ομοιοπαθητική. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις υπολογίζονταν μόνο τα πολύ ξεκάθαρα αποτελέσματα (αποτυχία δράσης ή θεαματική θεραπεία) και η επαλήθευση αυτή δημοσιεύονταν σ’ ένα βιβλίο με προσωπική ευθύνη του συγγραφέα.

Τα παραπάνω θα μπορούσαν ίσως να αποτελούν έναν από τους λόγους που οδήγησαν ιστορικά στη δημιουργία διαφόρων «σχολών» στην Ομοιοπαθητική.

Τη σύγχρονη εποχή, οι περισσότεροι ομοιοπαθητικοί χρησιμοποιούν ηλεκτρονικό υπολογιστή, ο κόσμος αλλάζει και η ομοιοπαθητική κλινική επαλήθευση θ’ αλλάξει επίσης δραστικά μέσα στα επόμενα χρόνια.

Στην κλινική έρευνα, μια νέα στατιστική προσέγγιση επιτρέπει την παρακολούθηση της καθημερινής κλινικής πρακτικής. Η κατά Bayes στατιστική έγινε αποδεκτή στην ιατρική για την αξιολόγηση διαδικασιών που είναι δύσκολο να υποβληθούν σε διπλή τυφλή μελέτη. Π.χ.: α) η προγνωστική αξία της τεχνικής του ιατρικού υπερηχογραφήματος β)η χρήση φαρμάκων για πρώτες βοήθειες.

Με τη μέθοδο αυτή, ο θετικός και / ή ο αρνητικός λόγος πιθανότητας (LR+, LR-) ανάμεσα σε μια πράξη και το τελικό αποτέλεσμα της είναι δυνατόν να αξιολογηθεί. Στην ομοιοπαθητική πράξη, η σχέση ανάμεσα σε ένα (ή περισσότερα) συμπτώματα ενός ασθενή και τη δραστικότητα του συνταγογραφημένου φαρμάκου είναι δυνατόν να προλεχθεί με αντικειμενικότητα στη βάση τόσο των κλινικών αποτελεσμάτων που ελήφθησαν στο παρελθόν από ίδιες θεραπείες όσο και τη συχνότητα αυτών των συμπτωμάτων στο γενικό πληθυσμό. Η ανακάλυψη αντικειμενικών προγνωστικών δεικτών είναι έμμεσα μια απόδειξη της αξιοπιστίας του νόμου των ομοίων: «μια ουσία ικανή να προκαλέσει συμπτώματα σε ένα υγιή οργανισμό, θεραπεύει τον ασθενή που παρουσιάζει τα ίδια συμπτώματα». Η συλλογή των κλινικών δεδομένων με συστηματική χρήση των Η/Υ από τους ομοιοπαθητικούς συνιστά μια νέα μορφή έρευνας που θα επιτρέψει να καθοριστούν αυτοί οι προγνωστικοί δείκτες.

Τέτοια ανάλυση είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί αναδρομικά και προοπτικά. Στην αναδρομική ανάλυση μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε παραδοσιακές μεθοδολογίες είτε νέες στατιστικές τεχνικές

  • Είτε μόνο αδιαμφισβήτητα αποτελέσματα λαμβάνονται υπόψη, θεραπείες επιτυχείς ή αποτυχίες μετά τη λήψη ενός ομοιοπαθητικού φαρμάκου. Τα αποτελέσματα συγκρίνονται με την εκλογή των συμπτωμάτων του ασθενή σε σχέση με τα αντίστοιχα του φαρμάκου. Αυτή  η μεθοδολογία πλησιάζει την παραδοσιακή ανάλυση. Τα αποτελέσματα  είτε ενισχύουν, είτε αποδυναμώνουν τη σύνδεση μεταξύ των πειραματικών συμπτωμάτων και των συμπτωμάτων του ασθενή, όταν εξετάζει κανείς τα κλινικά αποτελέσματα της συνταγογράφησης. Η εικόνα του φαρμάκου είναι δυνατόν να επαληθευτεί με τον ίδιο τρόπο.
  • Είτε όλα τα κλινικά αποτελέσματα σε μια βάση δεδομένων λαμβάνονται υπόψη. Εδώ, είναι δυνατόν να εφαρμοστεί η μαθηματική ανάλυση κατά Bayes. Ο βαθμός των αληθώς θετικών περιπτώσεων διακρίνεται από το βαθμό των ψευδώς θετικών (λόγος πιθανότητας LR). Αυτή η μέθοδος είναι δυνατόν να εφαρμοστεί αναδρομικά  ή προοπτικά .

Η κλινική επαλήθευση αποτελεί το αναγκαίο βήμα για να καταστεί έγκυρη η ομοιοπαθητική θεραπευτική μέθοδος. Εξετάζοντας τα αποτελέσματα που έχουν ήδη ληφθεί και επαληθευθεί, είμαστε σε θέση να ανακοινώσουμε ότι η μέθοδος αυτή δικαιωματικά έχει τη θέση της στην ιατρική πράξη. Συμπληρωματική έρευνα είναι φυσικά αναγκαία και καλοδεχούμενη αλλά κανείς πια δεν μπορεί ν’ αμφισβητήσει την εγκυρότητα της Ομοιοπαθητικής.

 

Συμπέρασμα

 

Η σύγχρονη ιατρική χρησιμοποιεί νέες στατιστικές προσεγγίσεις για την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της κλινικής πράξης. Αυτές οι τεχνικές μπορούν εξαιρετικά αποτελεσματικά να προσαρμοστούν στην αξιολόγηση της Ομοιοπαθητικής Επιστήμης.

 

References

 

  1. Van Wassenhoven M. Priorities and methods for developing the evidence profile of homeopathy : Recommendations of the ECH General Assembly and XVIII Symposium of GIRI. Homeopathy 2005 April;Volume 94,No 2:107-124.
  2. UNIO HOMEOPATHICA BELGICA.Homeopathie-Un guide pour les medecins generalistes. Decembre 2004.www.homeopathy.be
  3. Rutten ALB, Stolper CF, Lugten RF, Barthels RJ. ‘Cure’ as the gold standard for likelihood ration assessment: theoretical considerations. Homeopathy 2004; 93:78-83